.

Μνημόνιο οδηγιών προστασίας από φυσικές καταστροφές

Καιρός

Χάρτης Ευρυτανίας


Κατοχή. Οι βάνδαλοι στην Ευρυτανία. PDF Εκτύπωση E-mail

Με τη παράκληση της κατανόησης των μελών και επισκεπτών της ιστοσελίδας μας, ξεκινώντας το πεδίο των ιστορικών κειμένων παραθέτω, με την άδειά σας, ένα ποίημα του αειμνήστου πατρός μου Ιερέως Σπυρίδωνος Γεωργαλή, ενός ανθρώπου που αγάπησε και πόνεσε για την Ευρυτανία, με τίτλο «Κατοχή. Οι Βάνδαλοι στην Ευρυτανία», από την ποιητική του συλλογή «Πνευματικός Θησαυρός». Ο πατήρ Σπυρίδων Γεωργαλής δεν είναι πια στη ζωή, τα συγγράμματά του όμως θα μας συντροφεύουν αιωνίως. Τον ευχαριστώ που είμαι γιος του. [Δημ. Σπ. Γεωργαλής].

 Τι είν’ το κακό που γίνεται, φέτος το καλοκαίρι,
στων Ευρυτάνων τα χωριά, στα δοξασμένα μέρη.
Ηχολογούν οι λαγκαδιές και τα βουνά μαυρίζουν
δεν είναι μαύρα σύννεφα, που τη δροσιά σκορπίζουν.
Σπίτια καίνε οι Γερμανοί, μαύρους καπνούς σηκώνουν
και τα στοιχειά της φύσεως, αρχίζουν να μαλώνουν.
Απ’ τα Σίδερα οι καπνοί, στη Χούνι οι λαμπάδες
και των βουνών τα έλατα, γεμίσανε φυγάδες.
Μπαρούτι, φλόγα και καπνοί, από τουφέκια βγαίνουν,
στο πέρασμά τους μονομιάς, έρημα καταντένουν.
Σκούζουν τ’ Αχελώου τα νερά, της Μέγδοβας αντάμα,
σμίγουν θολώνουν τα νερά, το βάζουνε στο κλάμα.
Εφτά πηγαίνανε μπροστά και δέκα στο πλευρό τους
κι άλλοι εφτακόσιοι πίσω τους δε χάνουν το καιρό τους.
Στη Χώρα βάζουνε φωτιά, καθένας με τουφέκι,
κάθε χωριό και διάσελο, ξεσπάει αστροπελέκι.
Δύο ξαδέρφια πήραν το στρατί, απ’ τα Λεπιανά και πάνε,
ανέβηκαν στο Τρίκορφο, τους Γερμανούς μετράνε.
Εφτακόσιοι ήταν δέκα επτά, στα Σίδερα διαβήκαν
και στης Φραγκίστας τα χωριά, με λύσσα εμπήκαν.
Χωρίς να χάσουνε στιγμή, πάλι φωτιές ανάβουν
και τα λιθόκτιστα χωριά, σε ερείπια τα θάφτουν.
Μαύρη καψάλα στην αυλή, ασβεσταριά στα σπίτια,
κοκκίνισαν οι στράτες του, σαν κεντητά σιρίτια.
Βίνιανη και Μαραθιά, όλα με φωτιά τα καίνε,
οι χωρικοί μέσ’ τα βουνά, τα βλέπουνε και κλαίνε.
Μαύρος καπνός σηκώνεται, τ’ άστρα θολωμένα
και στα γραμμένα τα χωριά, ξύλα, πέτρες, δαυλιά καμένα.
Αγκαλιασμένα πτώματα στις φτέρες και στα ξύλα,
έχουνε για σκέπασμα, του ρουπακιού τα φύλα.
Κορίτσια χάνουν τα προικιά, τα καταπίνει η φλόγα,
των βανδάλων η ορμή, των Γερμανών η μπόρα.
Ευρυτανοπούλες του χωριού, του Βελουχιού μανάδες,
φέτος μη χορέψετε, μη γίνετε νιφάδες.
Οι Γερμανοί επάτησαν κι αυτό το Καρπενήσι,
φτάνουνε στο πλάτανο, στου λιονταριού τη βρύση.
Κουμπούρια βγάζουνε φωτιά, τουφέκια τη λαμπάδα,
ολημερίς οι Γερμανοί, την πόλη καίνε αράδα.
Οι κάτοικοι τ’ αγνάντευαν απ’ του Βελουχιού τα ύψη
μοιρολογούν από καρδιά, με πόνο και με θλίψη.
Αγκομαχούν οι ρεματιές, του Καρπενησιού τα βράχια
αντιλαλούν οι ρεματιές, τα μαύρα καταράχια.
Τσιούκα, Βελούχι και Καυκή, να είστε ευλογημένα,
τον κόσμο τον φυλάξατε, βουνά μου αγαπημένα.
Οι Γερμανοί τελείωσαν, με φλόγα και με στάχτη,
με τουφεκιές αδιάκοπα, σαν τον καταρράχτη.
Κάψαν τα σπίτια τα ψηλά, του Καρπενησιού τα κάλλη,
φλόγα, αντάρα και καπνός, ανήμερα προβάλλει.
Μαύρη καπνιά χαλάσματα να κείτονται στο χώμα,
μας μαρτυρούν τη μοίρα τους, με της φωτιάς το χρώμα.
Πικρολογούνε τα πουλιά και χάνουν τη λαλιά τους
δε κελαηδούνε το πρωί, την ίδια τη φωλιά τους.
Τρομαγμένα πέταξαν, στα έλατα στα δάση,
την αγαπημένη τους φωλιά, την έχουνε ξεχάσει.
Παντού μαυρίλα, καπνός κι αντάρα,
φωνές, βρυχήματα βραχνά, που σκορπούν τρομάρα
Ακούν κραυγές και ταραχή, αντάρα και τουφέκια,
αντιβουίσματα φοβέρα, κτυπούν ξύλα με πελέκια.-

 
bottom

Valid XHTML and CSS.