.

Μνημόνιο οδηγιών προστασίας από φυσικές καταστροφές

Καιρός

Χάρτης Ευρυτανίας


Η τραγωδία της Νιάλας PDF Εκτύπωση E-mail

Από τώρα αρχίζει ο δεύτερος Γολγοθάς, τι θα γίνει με μένα και ποια τύχη με περιμένει την ώρα που από την πρώτη κιόλας μέρα αρχίζει η νέα πορεία, για ελιγμό του Γενικού Αρχηγείου και μαζί και η φρουρά του το τάγμα μας, το τάγμα του Σοφιανού.

Εμείς δεν ξέραμε τα γενικότερα σχέδια του Γ.Α. διότι η Εαρινή Εκστρατεία την άνοιξη του 1947 συνεχίζεται και κεντρικός στόχος ήταν το τάγμα μας και το Γ.Α. Εγώ ούτε μπορούσα να ακολουθήσω τη μάχιμη πορεία. Είχα ανάγκη από άμεση ανάρρωση.

Την άλλη μέρα με καθαρό ουρανό και λιακάδα ξεκινήσαμε από τα καλύβια της Σάικας με κατεύθυνση το Μοναστήρι Σάικας, και ολόκληρο το τάγμα με σειρά διάταξης και οργανωμένο, έτοιμο να αντιμετωπίσει κάθε εμπόδιο στο διάβα του με κατεύθυνση προς Νότο και πέρασμα στα βουνά της Βουλγάρας. Στη Σάικα η οργάνωση ετοίμασε λίγα τρόφιμα και στο δρόμο, είχαν ανθρώπους και στον καθένα μοίραζαν ψωμί, κουλούρες, αλλά εγώ δεν πρόλαβα τίποτε, είχαν τελειώσει, και εγώ ήμουν ο τελευταίος απ' όλο το Τάγμα, ξυπόλυτος, χωρίς ρουχισμό και χωρίς καθόλου τροφή, απολύτως τίποτε.

Στην πορεία από καλύβια προς Σάικα όλοι οι αντάρτες με προσπερνούσαν, με κοίταζαν περίεργα και λυπητερά και μου έλεγαν μερικοί, να και ένας που έζησε. Με κοίταγαν παράξενα και αυτό μου δημιουργούσε ένα αίσθημα ντροπής. Όπλο δεν είχα, ώστε να μοιάζω ως αντάρτης, ξυπόλυτος, ρούχα σχεδόν καθόλου, και ότι είχα έμοιαζα περισσότερο με ταλαίπωρο ζητιάνο παρά με μαχητή του ΔΣΕ. Όλοι με προσπερνούσαν, γιατί κατηφορίζαμε από κακοτράχηλο μονοπάτι και πολύ ανώμαλο μέρος. Με προσπερνούσαν και ο ένας κάτι ψιθύριζε στο διπλανό του, μετά με κοίταγαν περίεργα, άκουγα ακόμα ότι εγώ τη γλίτωσα, και ενώ ξεκίνησα από τους πρώτους απ' όλο το τάγμα, έμεινα ο τελευταίος και όσο σερνόμουν μια ζωντανή φιγούρα που ακόμα ήμουν όρθιος.

Φτάνοντας τελευταίος είδα τους πάγκους άδειους, πάνω στο μονοπάτι μπαίνοντας το Μοναστήρι Σάικα, θυμάμαι ήταν μοναστήρι, ζήτησα ψωμί, κουλούρια, ότι μοίραζαν, και άκουγα την απάντηση, τελείωσε, έτσι βγαίνοντας από τη Σάικα ακολουθώντας τη φάλαγγα συνάντησα σε μια στάση που έγινε τον Μήτσο Καραγιάννη, εξάδελφο μου πρώην ΕΛΑΣίτη, και με τον οποίο μαζί βγήκαμε στο βουνό, και την ώρα της στάσης κάτι μασούσε στο στόμα, του λέω τι τρως, κουλούρια λέει, εσύ δεν πήρες; του λέω τελείωσαν, δεν πρόλαβα. Μου έδωσε λίγο που δοκίμασα μάλλον παρά έφαγα, ίσως και αυτός δεν είχε πολύ, αλλά εδώ άκουσα τα λόγια του. Θυμάσαι τι σου έλεγα; Το αντάρτικο δεν είναι περίπατος στα βουνά και τα δάση της Ελλάδας; Δεν του απάντησα. Ήξερα γιατί το είπε, διότι εγώ δεν έκανα στον ΕΛΑΣ, και δεν προέβλεψα τις δυσκολίες, ήμουν άπειρος από αντάρτικη ζωή, ωστόσο εγώ τους παρακινούσα σε κάθε μας συνάντηση, και τους οργάνωσα με μεγαλύτερο πάθος και ενθουσιασμό να βγούμε στο βουνό, ενώ αυτός και άλλοι ήταν κάπως διστακτικοί, ιδιαίτερα οι υπηρετήσαντες στον ΕΛΑΣ. Φυσικά και δεν είχαν άδικο. Ήταν έμπειροι και σκληραγωγημένοι για όλες τις στερήσεις, ενώ εγώ φυσικά άπειρος σ' αυτά, εκτός από το φλογερό ενθουσιασμό για τα οράματα και τη Δημοκρατία.

Θα θυμάμαι πάντα τα λόγια του αυτά και την κουλούρα που μασούσε. Ήταν πολύ αγαπητός, αλλά γρήγορα στη μάχη του Υψώματος Καυχή τραυματίστηκε από την αεροπορία βαριά και έφυγε για ανάρρωση σε νοσοκομείο στη Βουδαπέστη.

Γύρισε ξανά στην Ελλάδα με δικιά του βούληση και τραυματίστηκε και πάλι, δοκίμασε κι αυτός την πολιτική προσφυγιά όπως και εμείς οι υπόλοιποι.Περάσαμε το ποταμό Μέγδοβα και φτάσαμε έξω από το χωριό Καστανιά. Εγώ βρίσκομαι σε μια στάση που έγινε πριν την Καστανιά, ακολουθώντας τη διοίκηση του λόχου μου.

Σταματήσαμε για λίγο σε ένα ξέφωτο, ενώ γύρω μας ήταν πυκνό δάσος. Εδώ στο ξέφωτο ήταν ο λόχος μου και στο γυμνό μέρος ήταν ο λοχαγός μου Απόστολος Τριανταφυλίδης και συζητούσε με έναν πολίτη που έσερνε ένα μουλάρι άδειο, μαζί τους και ο επίτροπος του λόχου Τάκης Γκέρος από τη Νάουσα.Εγώ καθόμουν και άκουγα τις ριπές των οπλοπολυβόλων γιατί η εμπροσθοφυλακή κατηφορίζοντας συνάντησε τμήματα του στρατού και γινόταν μάχη κρούσης και διείσδυσης, κατεύθυνση ο νότος, Βουλγάρα, ο προορισμός. Καμιά αντίσταση δεν μπορούσε να σταματήσει τον προορισμό του Τάγματος, με οποιοδήποτε κόστος, αυτό ήταν συνείδηση και στον τελευταίο αντάρτη. Εμείς περάσαμε τη Νιάλα και θα μας σταματούσαν σε ανοιχτές κορυφογραμμές και χαράδρες. Το ηθικό μας ήταν ακμαίο, η Νιάλα πάγωσε τα κορμιά μας, όχι την πολεμική μας ικανότητα.

Γι' αυτό παρά τις μικρές αντιστάσεις γύρω από την Καστανιά το τάγμα προχωρά ακάθεκτα χωρίς εμπλοκή σε στατική μάχη, άνοιγμα εμπροσθοφυλακής και πέρασμα. Όπως το ίδιο θα γινόταν στη Νιάλα, άνοιγμα εξόδου και ο ίδιος προορισμός, ελιγμός στα μετόπισθεν, και όπως έγινε. Η Εαρινή Εκστρατεία έπρεπε να αποτύχει, αυτός ήταν ο σκοπός στα σχέδια του Γ. Α. του ΔΣΕ. Μάλιστα λέγαμε, αυτοί στα βουνά και εμείς στον κάμπο. Ο Σοφιανός για ελιγμούς και τέτοια ήταν ο πιο κατάλληλος. Πόσες φορές δε μας γλίτωσε μετά στη Βουλγάρα, κυκλωμένοι και πάντα ξεγλιστρούσαμε κάτω από τις θέσεις τους. Είναι αλήθεια ότι όλοι μας μαχητές και αξιωματικοί του είχαμε εμπιστοσύνη. Πρέπει να πω ότι τον φωνάζαμε αρχηγό και όχι ταγματάρχη και ακόμα μέχρι τη μάχη της Κόνιτσας στις 25.12.1947. Όμως είχε συναίσθηση των δυσκολιών του αγώνα μας και το φόρο αίματος που θα πληρώναμε. Γι' αυτό μαρτυράει ένα δικό του ανέκδοτο ή αστείο, όπως θέλεις πάρτο, καλαμπούρι.

 Στο τέλος αυτού του πολέμου θα μας αναλογούν 7 γυναίκες και ένα μπούτι. Έμεινα στη συζήτηση που έκανε ο λοχαγός μου, πολιτικός επίτροπος και ο πολίτης με το μουλάρι. Συζητούσαν μερικά λεπτά και ξαφνικά κοιτάζοντας γνώρισα τον άνθρωπο με τον οποίο κουβέντιαζαν.

Ξαφνιάστηκα, και αυθόρμητα φώναξα το όνομα του. Ξενοφών! Ξενοφών! Όλοι γύρισαν προς το μέρος μου και αυτοί έκπληκτοι και πηγαίνοντας προς αυτούς μπροστά τους τον αγκάλιασα. Ο λοχαγός, ο πολιτικός επίτροπος λόχου απόρησαν, μου λένε τι συμβαίνει, πώς τον γνωρίζω αυτόν, ο Ξενοφών με κοίταζε περίεργα και αμέσως φώναξε, Χρυσόστομε! πώς βρίσκεσαι εδώ; Λοιπόν, είπα στο λοχαγό μου ότι τον γνωρίζω διότι μας έφερνε ξύλα στο χωριό στον κάμπο, και του δίναμε καρπούζια και πεπόνια, ότι είμαστε πολύ γνωστοί και οικογενειακοί φίλοι.

Μόλις άκουσαν αυτά η διοίκηση του λόχου, αμέσως σκέφτηκαν το πρόβλημα μου, και ασφαλώς και της διοίκησης. Πήραν τον Ξενοφών δίπλα και άρχισαν κουβέντα μαζί του. Η συζήτηση κράτησε μερική ώρα, ίσως 15-20 λεπτά και αμέσως μου λέει ο Ξενοφών Γιανουσάς, έλα μαζί μου θα σε πάρω σπίτι μου, θα καβαλικέψεις το μουλάρι και εγώ πεζός. Εν τω μεταξύ ο λοχαγός μου φέρνει ένα όπλο ατομικό, εγγλέζικο σχεδόν καινούργιο, πολύ καλό, και 20 σφαίρες, και εμείς μετά θα φροντίσουμε... άκουσα τελευταία να λέει ο λοχαγός μου Απόστολος. Τους χαιρέτισα και με χαιρέτισαν, με αγκάλιασαν, τους αγκάλιασα και εγώ, δάκρυσαν τα μάτια μας. Αμέσως ακούω το λοχαγό μου να λέει το, αναλάβατε και να μη κόβεται η φάλαγγα, δρομολόγιο, όπου ακούγονται τα πυρά, κατεύθυνση χωριό Καστανιά.

Στο μεταξύ όσο περνούσε η ώρα η μάχη στην κατεύθυνση δυνάμωνε. Εγώ καβάλα στο μουλάρι, το έσερνε ο Ξενοφών, με κατεύθυνση το σπίτι του, ένας οικισμός έξω από την Καστανιά, Κουτσοπαπούλου. Όταν φτάσαμε μου έδωσε ρούχα και ντύθηκα, ένα ζευγάρι γίδινεςκάλτσες, έφαγα και μετά με πήρε μια γιαγιά, πεθερά του, και με έβαλε την ίδια μέρα στην καλύβα, αχυρώνα, για κάθε ενδεχόμενο. Τα βουνά γύρω από την Καστανιά και στην Κουτσοπαπούλου δεν κατέχονταν από το Στρατό, τις μέρες αυτές. Το όπλο με τις 20 σφαίρες ο Ξενοφών Πανουσάς το έκρυψε, που όμως, τις πρώτες μέρες δε μου το έδειχνε.

Επέμενα πολύ, όμως το αρνούνταν, λέγοντας πως για τώρα δε χρειαζόταν, στην υπομονή μου, μετά από μερικές μέρες μου είπε ότι το έκρυψε σε ένα δένδρο που είχε κλαρί για τα γίδια, αλλά, πού ακριβώς, άγνωστο.Έτσι, λοιπόν, εδώ άρχισα τη νέα μου ζωή, αλλά μετά από 15-20 μέρες τα τρόφιμα λιγόστεψαν, είχε μεγάλη οικογένεια, μάνα, πεθερά, και 5-6 παιδιά. Εισόδημα μηδαμινό μόνο τα γίδια και 2 μουλάρια. Μετά τα πράγματα άλλαξαν δραματικά, γέμισαν τα γύρω βουνά στρατός και από την απέναντι μεριά αντάρτες.

Η Κουτσοπαπούλου, λοιπόν, βρίσκεται ανάμεσα σε διασταυρούμενα πυρά, και κάθε μέρα σχεδόν οι αψιμαχίες δεν έλειπαν. Βρίσκομαι σε πολύ δύσκολη θέση, θέλω να φύγω και όπου βγω, έπρεπε κάτι να κάνω, υπήρχε άμεσος κίνδυνος να με ανακαλύψουν. Η γιαγιά όμως παλικάρι, κάθε πρωί χαράματα ερχόταν στην καλύβα με το άχυρο, με έπαιρνε και με οδηγούσε σε ένα μέρος, κρησφύγετο, πολύ δασωμένο, και περνούσα όλη την μέρα, και το βράδυ η ίδια με έπαιρνε με το σκοτάδι και με οδηγούσε στην καλύβα με τα άχυρα και εκεί τελευταία, κυρίως μου έφερνε και φαγητό, όμως εγώ δε χόρταινα μ' αυτό.Εκτός αυτού, ντρεπόμουν να το πω, έβλεπα τη μεγάλη τους φτώχεια και έμεινα σ' αυτό.

 Μια μέρα μίλησα με τον Ξενοφών, πάλι για το όπλο, αδιάλλακτος αυτός, δεν μπορώ δε σου χρειάζεται. Δεν μπορούσα να καταλάβω το σκοπό του, όμως ποτέ δεν πήγε το μυαλό μου στην κατάδοση, αυτό ούτε με απασχόλησε καθόλου. Στο μεταξύ όλα τα παιδιά του οικισμού αυτού έμαθαν για ένα αντάρτη στην Κουτσοπαπούλου, τα πράγματα όλο και έσφιγγαν περισσότερο, όλα τα βουνά γύρω γέμισαν στρατό, ευτυχώς, όμως, ταυτόχρονα απέναντι στα υψώματα γέμιζαν και από αντάρτες και η κίνηση τους μέρα και νύχτα ήταν περιορισμένη, αυτή η κατάσταση ευτυχώς με βοηθούσε, γιατί σπάνια ο στρατός τότε (Άνοιξη 1947) κινούνταν έξω από τις οχυρωμένες θέσεις τους, όπως και τη βάση τους στα Γιανουσέικα. Ήταν θα έλεγα μαντρωμένοι στα οχυρά τους, εκτός όταν έβγαιναν για μεγάλες εκκαθαριστικές επιχειρήσεις. Εγώ στο δρομολόγιο μου, τη μέρα στο δάσος, στην κρυψώνα μου, το βράδυ στον αχυρώνα, και οδηγός κάθε μέρα η γιαγιά.

Περνούσε ο καιρός, άρχισα να συνέρχομαι, δυνάμωσα, και όλο σκέψεις έκανα πώς θα βρω το τάγμα μου, πώς και πού θα μπορέσω να συναντήσω αντάρτες. Γι' αυτό πάντα είχα το μυαλό μου στο όπλο με τις είκοσι σφαίρες. Μέχρι τέλος αυτός το κρατούσε μυστικό και το κράτησε μέχρι τέλος. Μια μέρα λέω στον Ξενοφών ότι αποφάσισα να φύγω, πες μου πού υπάρχει το αδύνατο σημείο, θα φύγω για τον κάμπο της Καρδίτσας, εκεί κάπου θα βρω νακρυφτώ και θα συναντήσω δικούς μας αντάρτες. Η απάντηση ήταν αρνητική, όλα τα μέρη είναι πιασμένα. Ελέγχονται όλα τα περάσματα.

Εδώ μου έκοψε τα φτερά, πίστευα πολύ σε μια τέτοια απόφαση. Όμως μου λέει ότι η γιαγιά μπορεί να περάσει για δήθεν αγορά τροφίμων από το παζάρι της Καρδίτσας. Αμέσως γράφω ένα γράμμα-μήνυμα: Επί λέξει έγραψα σε ένα μικρό χαρτάκι:«Σεβαστέ μου πατέρα και μητέρα,πέρασα πολλές μπόρες και όμως ζω Στείλε! Στείλε! Στείλε! Χρυσόστομος».

Την άλλη κιόλας μέρα η γιαγιά καβάλα στο μουλάρι έφυγε για το χωριό μου Κουμάδες (Σταυρός) έδωσε το σημείωμα, τους είπε και προφορικά όλα τα πάθη μας, και μαζί αγόρασαν από την Καρδίτσα, όσο μπορούσε περισσότερα τρόφιμα και μόνο τρόφιμα. Μαζί με τα άλλα η γιαγιά μου έφερε και ένα βιβλίο μαθηματικών της 5ης τάξης Γυμνασίου, αντί περιοδικών, και περιέργως στην κρύπτη μου έλυνα και ασκήσεις, θυμάμαι ότι έλυνα το «Πυθαγόρειο Θεώρημα και πόρισμα αυτού». Ας σημειωθεί μόλις το 1946 αποφοίτησα από το Γυμνάσιο Καρδίτσας. Περνούσε ο καιρός, πλησίαζε το τέλος Μαΐου και εγώ ακόμα βρίσκομαι στη λούφα, μέρα στο δάσος, νύχτα στον αχυρώνα, οδηγός πρωί και βράδυ η ηρωική γιαγιά.

Ο καιρός περνούσε, μπαίναμε στο καλοκαίρι. Οι σφαίρες κάθε μέρα περνούσαν πάνω από τη φωλιά μου, αλλά τόσο συνήθεια μου έγινε, που το διασκέδαζα κιόλας, ιδιαίτερα τα βράδια με τις τροχιοδεικτικές των πολυβόλων. Όλα έγιναν μια συνήθεια σαν να ήταν πυροτεχνήματα. Όμως έφτασε και το τέλος μια ωραία μέρα ηλιόλουστη, τέλος Μαΐου όπως ήμουν καθισμένος πάνω σε ένα πάνινο τσιόλι, κατά τις 2 μ.μ. μια διμοιρία καλοζωισμένων στρατιωτών με τους μπερέδες και τις κορόνες πλησίασαν κοντά μου σε απόσταση 20 μέτρων, αιφνιδιάστηκα, στρίβω λίγο δεξιότερα και σαν πήδημα λαγού, έτρεξα στο δάσος τον κατήφορο, και χωρίς υπερβολή σε λίγα λεπτά της ώρας έφτασα 300 μ. στον ποταμό Μέγδοβα, ξυπόλυτος χωρίς παπούτσια, μόνο ένα παλιό πουκάμισο, ένα ζευγάρι κάλτσες γίδινες. Άκουσα μετά μερικούς πυροβολισμούς, δεν ξέρω αν ήταν για μένα.

 
bottom

Valid XHTML and CSS.